«Οι Ηνίοχοι των Θεών»

Απόσπασμα 1.
«Σε τούτο δω το γαλανόλευκο καλντερίμι, στριμώχτηκε κάποτε θαρρείς ολάκερος ο αργαλειός του κόσμου. Σαν σε αυλόγυρο των θαμάτων, γεμάτο φώς και αλάτι και ασβεστομένα σκαλοπάτια. Για να σέρνεται παιδούλα η ιστορία, περιμένοντας πότε θα μεγαλώσει. Γρικούσε από τη χαραμάδα της, το παράξενο μεγαλείο των εργατών του αργαλειού ετούτου. Καρτερούσε υπομονετικά μέσα στους αιώνες να ξεστομίσει ιστορίες για εκείνους που ζήσαν σα μελλοθάνατοι αλλά εργάστηκαν σα να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια...
Μα πέρασε και ο καιρός εκείνος.
Και ο αργαλειός άλλαξε αφεντάδες. Ο αυλόγυρος γέμισε γωνιές, γεμάτες σκιά, για να κρύβονται εκεί οι κάθε λογής προσκυνητάδες και αγύρτες. Τώρα το καλντερίμι είναι εκείνο που στριμώχτηκε στη γωνιά του κόσμου τούτου. Και γρικά από τη δική του χαραμάδα. Και σκιάζεται για τους αφεντάδες με τα βρώμικα χέρια και τη λερωμένη ψυχή. Και δε το μπορώ τούτο το πράμα, δεν το ανέχομαι, το αρνιέμαι.
Τούτο μου εστί το παράπονο, το ανομολόγητο. Γιατί με μπόλιασε η φύτρα μου με πάθος για τον τόπο τούτο, αφού σκοπό το είχε να μου στερήσει τον αργαλειό.»

Απόσπασμα 2.
«Δεν είναι τόσο οι σκιές που ζωντανεύουν στις παρυφές του, και ας τον λούζει φως θεϊκό...
Δεν είναι καν οι προγονικές αναμνήσεις των αγαπημένων, που μας εξιστορούσαν ηρωισμούς και μέρες ένδοξες μα και σκληρές, με δάκρυα στα μάτια...
Δεν είναι όσα ξέρουμε και όσα ποτέ δε θα μάθουμε για το πως αφήσαμε τούτο εδώ το μετερίζι να ρημάξει μπρος στα ίδια μας τα μάτια...
Είναι η πνιχτή σιωπή που κραυγάζει για δίκιο και τιμωρία...
Είναι ο ήχος της σιωπής των ψυχών μας εμπρός στο μακέλεμά τους, από όσους δεν άξιζαν να κρατήσουν το όνειρο, το θαύμα και την ιστορία τούτης της γης!»


Απόσπασμα 3.
«Γεννηθήτω το Θέλημα Σου...
Έτσι έγραφε το ατομικό μου προσκλητήριο. Μα εκείνο, δε μου αρκεί πια. Ποτέ δε μου αρκούσε.
Γιατί κίνησα μονάχος, τον ξακουστό Σου τόπο που κανείς δε γνώρισε, για να βρω.
Μεγάλωσα την αιωνιότητα για να Σε χωρέσω... και να καυχιέμαι μετά πως τάχα μου, στρατεύθηκα σε κάτι σπουδαίο, σημαντικό, μακρινό!
Σε σκότωσα μυριάδες φορές και συντροφιά βάφτισα την ορφάνια μου. Και Θέλημα μεγάλο. Μα προπαντός, δικό μου.
Με λόγια κάλυψα το φονικό, και τέχνες.
Και Σε αναζήτησα ξανά, να Σε αναστήσω.
Έστειλα κήρυκες να Σε προϋπαντήσουν από τα σκοτάδια που έπαψα πια να φοβούμαι, ωσάν αντιλήφθηκα πως δεν κάμουν σκιές για να με κατατρέχουν.
Μπαϊράκι το καμα το Θέλημα Σου. Και το ανέμιζα κατά πως φυσούσε ο άνεμος της πεθυμιάς μου, ποτέ δω και πότε κει.
Φτιασίδι, για την κάθε αποκοτιά του νου μου.»

Απόσπασμα 4.
«Σε τούτο δω το περιβόλι, το φώς περισσεύει. Και φωτοβολεί έρωτα στις καρδιές όσων ακόμα δέχονται να το πατούν με περηφάνια. Περηφάνια για τα κάθε λογής αγαθά του, που θρέψαν μανάδες ηρώων. Και το έκαναν ανεκτίμητο και ζηλευτό μέσα στο μπαξέ της Ιστορίας.
Σε τούτο δω το θεϊκό στασίδι, το φως περισσεύει. Και το περισσευούμενο τούτο φώς ρίχνει μεγάλες σκιές σε στοιχειωμένα περάσματα, για να βρίσκουν πάντα το δρόμο τους οι εφιάλτες προς τα όνειρά μας. Και όσο περισσότερο το φώς, τόσο μεγαλώνει η σκιά που ζητά να πάρει τα δικά της μέτρα, για να στραγγίξει κάθε πιθαμή ελπίδας και ζεστασιάς.
Αντίκρυ στέκονται στη διελκυστίνδα του χρόνου. Και ανάμεσά τους, εκείνοι που κραδαίνοντας το Διογένιο λυχναράκι , περιδιαβαίνουν αλλαλάζοντας κυνικά στους ονειδίζοντες τα ακάθαρτα, ότι και ο ήλιος εισχωρεί σε ακάθαρτα μέρη, αλλά δεν μιαίνεται.
Καμία φορά θαρρείς και ένα λυχναράκι αρκεί για να φωτίσει τις σκοτεινές ημέρες.»

Απόσπασμα 5.
«Αλίμονο σε όλους εσάς που αναταράσσετε με βια τη γη ολάκερη , για να βρείτε από κάτω της μια πέτρα δικιά σας. Διότι ζυγώνει η στιγμή εκείνη, που δε θα έχετε πια που να στηρίξετε την πέτρα τούτη.
Αλίμονο σε όλους εσάς που ζηλοφθονείτε τα των διπλανών σας και διακαώς ποθείτε δικά σας να τα κάνετε. Γιατί τίποτε δικό σας δεν είναι.
Ζυγώνει η στιγμή που όλα εκείνα τα δοτά φτιασιδώματα της άχαρης ζωής σας, θα τα απολέσετε.
Ωσάν το σώμα γυμνώνεται από κάθε είδους δανεικιά φορεσιά και στολίδι και νιώθει ντροπή μεγάλη γιατί αφέθηκε να γίνει ανήμπορο και άσχημο, έτσι και εσείς θα νιώθετε ντροπή και μέγα φόβο για τη απέριττη ζωή σας.
Θα ‘ναι τότε που η ανατολή του ηλίου θα είναι μονάχα μια ανάμνηση. Το σκοτάδι θα ξαγρυπνά όσες ψυχές δραπετεύσανε από τις γυάλινες φυλακές της πόλης και τα αόρατα δεσμά της. Θα ‘ναι καιρός που κανείς δε θα μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι ζωντανό και τι νεκρό. Τα πράγματα θα αλλάξουν. Τα μπαϊράκια θα αλλάξουνε χέρια και σκοπούς. Τα σπαθιά και τα δόρατα θα αναζητούν ξανά τα θηκάρια τους. Όχι για να αναπαυτούν. Αλλά για να αστράψουν ξανά στο ξημέρωμα της όγδοης ημέρας».



«Όταν ο Πλάτωνας διάβασε τη Βίβλο»

Ανέκδοτο απόσπασμα.

Δύο λόγια μόνο για την πραγματική σημασία της ταπεινότητας, μιας έννοιας που δεσπόζει στη χριστιανική, και όχι μόνον, διδασκαλία.
Τι είναι λοιπόν στην πράξη η ταπεινότητα; Άλλη μια δογματικής φύσεως ηθικοπλαστική παραίνεση της θρησκείας μας; Ή μία ακόμη έντεχνα κρυπτογραφημένη τεχνική αυτοβελτίωσης της εξελικτικής μας διαδικασίας;
Στον εξελικτικό μας υπερμαραθώνιο, παράγοντες όπως η διαρκώς αυξανόμενη συσσώρευση γνώσεων, η ευρεία κοινωνική αναγνώριση, ο πλούτος, η επιρροή και η φήμη μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε αλαζονικές και καταπιεστικές συμπεριφορές, δογματισμό και στρέβλωση θεμελιωδών αξιακών εννοιών.
Στο σημείο αυτό ακριβώς είναι που υπεισέρχεται η ταπεινότητα, αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της πνευματικής μας ανέλιξης, ως δύναμις αντίρροπος.
Λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης που αποφορτίζει το άτομο από τις στρεβλωτικές πιέσεις των ρόλων που καλείται να διαδραματίσει και που ενίοτε επιδρούν και ψυχαναγκαστικά.
Είναι τότε ακριβώς που το άτομο οφείλει να αναρωτηθεί: Ποιος είμαι εγώ που θα κρίνω; Ποιος είμαι εγώ που θα καταδικάσω; Μήπως δεν τα γνωρίζω όλα, αλλά μπορώ ακόμα από όλους να μάθω κάτι;
Μέχρι πού φτάνει η δύναμη μου; Είναι πραγματική ή επίπλαστη;
Πόσο εφικτά είναι τα σχέδια μου; Τι αξία έχουν σε ένα κόσμο που συνεχώς μεταβάλλεται; Τι θα συμβεί αν πράγματι υπάρχει κάποιος ανώτερος σκοπός που δε γνωρίζω; Μέχρι πού φτάνουν οι δικές μου δυνατότητες;

Ο υποκείμενος σε ταπεινότητα στην ουσία δεν χάνει από την αξιοπρέπειά του, αλλά κερδίζει.
Είναι μια βαθύτατη πράξη επώδυνου αυτοπροσδιορισμού όπου το άτομο εκουσίως επανακαθορίζει τη θέση του μέσα στο συμπαντικό γίγνεσθαι, όχι σε σχέση με το οπτικό πεδίο του συμπαθούντα ή του παρακειμένου αλλά σε συνάρτηση πάντα με τον ίδιο του τον εαυτό.
Λανθασμένα δογματικά στερεότυπα, όρισαν την ταπεινότητα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της διαδραστικής μας αλληλεπίδρασης με τις παρεκλίνουσες συμπεριφορές τρίτων.Στην περίπτωση αυτήν όμως χάνεται το πραγματικό νόημα της ταπεινότητας και αυτοαναιρείται μεταλλασόμενο σε ταπείνωση, έννοιες διόλου παραπλήσιες. Άλλο η ταπεινότητα και άλλο η ταπείνωση.

Η ταπεινότητα δεν είναι εκείνο το συμπεριφορικό μοντέλο που επιτρέπει την επιβουλή των δικαιωμάτων του ατόμου για αυτοδιάθεση, αξιοπρέπεια και σεβασμό.Ο ταπεινός δεν είναι ο εξ ορισμού χρήσιμος ηλίθιος που οφείλει να παραχωρεί, υποχωρεί, ανέχεται. Κάθε άλλο.

Η ταπεινότητα ως στάση ζωής είναι μια εσώτερη διαδικασία αυτοβελτίωσης του φύσει και θέσει ισχυρού που επιδιώκει την αρμονία και την πραγματική πνευματική του ανέλιξη. Τρανό παράδειγμα το Σωκρατικό "ουδέν οίδα", όχι ως διακηρυχτική πράξη αγνωστικιστικών προθέσεων, όπως λανθασμένα εκλείφθηκε, αλλά ως εξαίσιο παράδειγμα μιας εν εξελίξει αγνοίας, μιας ασυνείδητης σοφίας που τελεί υπό συνεχή εγρήγορση.

Η ταπεινότητα είναι το υπέρτατο ατομικό χρέος για όλα τα αφειδώς προσφερόμενα που τυγχάνει να απολαμβάνει κάποιος.
Είναι πράξη συμπαντικής δικαιοσύνης, μεγαλείο ανείπωτο, εφαλτήριο αποκατάστασης και απελευθέρωσης.
Είναι γνήσια πράξη ισχύος απέναντι στον ένα και μοναδικό αλλά και παντοδύναμο εχθρό μας.
Τον ίδιο μας τον εαυτό.



«Οι Ηνίοχοι των Θεών»

Εισαγωγή

Αν οι Θεοί ξεχνιόντουσαν για μια στιγμή και φώτιζαν την αθέατη πλευρά του φεγγαριού, θα μπορούσαμε άραγε να δούμε στο σκοτεινό του κήπο το μυστικό σημείωμα που χάραξαν για τον καθένα μας επάνω στο πάγο; Σημείωμα που ποτέ δεν είχαμε το φως να διαβάσουμε και ας ήταν αυτό το φως πάντα μέσα μας, παραχωμένο στο στενό συρταράκι του μυαλού μας…
Κανείς δε θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις, για το φως που ξέχασες μισοσβησμένο από φόβο μήπως λιώσεις τον πάγο με το χαραγμένο μήνυμα!

Κανείς ποτέ δε θα σου μάθει πόσο μακριά είναι αυτή η αθέατη πλευρά του φεγγαριού, πόσο κρύο κάνει εκεί…
Γιατί ποτέ κανείς δε θα πάρει το στρατί για τον τόπο αυτό, μόνον εσύ! Όλοι θέλουν να φτάσουν στην κορυφή. Δίχως όμως να γνωρίζουν ότι η πραγματική ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά! Πώς θα κατέβεις την πλαγιά αυτή όταν επιστρέψεις τα φτερά που δανείστηκες;
Eκεί είναι το νόημα.

Και μετά τι; Τί θαρρείς πως θα συμβεί σα φτάσεις και λησμονήσεις ότι δικαιούσαι να κοιτάς τον άλλον από ψηλά μόνο σαν είναι να τον βοηθήσεις να σηκωθεί, μόνο σαν είναι να του δανείσεις τα δικά σου τα φτερά;
Θα ρίξεις στη βολική λήθη σου τα χρόνια που πέρασες μέσα στη βεβαιότητα πως το θάνατο τον φέρνουν μόνον τα γηρατειά!
Θα κρατήσεις σαστισμένος τα άχρηστα φτερά σου για να τα φτερουγίζεις αμήχανα με μια χαρά που δε θα ξέρεις καν αν σου ανήκει.
Όσο θα κοιτάς το δικό σου μήνυμα να χάνεται στον πάγο που θα λιώνει αργά από το δυνατό φως, τόσο θα ξεμακραίνει το στρατί για τους άλλους κάτω που περιμένουν τη σειρά τους. Γιατί όσο το φως θα δυναμώνει τόσο θα κινδυνεύουν τα φτερά σου να λιώσουν, να χαθούν σε ένα αύριο που δε θα έρθει ποτέ για τους άλλους.
Δώσε τη δική σου αξία σε αυτό το μήνυμα. Tο δικό σου μήνυμα! Όχι γι' αυτό που αξίζει, αλλά για αυτό που σημαίνει πραγματικά.

Γύρνα, ευθύς αμέσως μόλις το μήνυμα διαβαστεί. Μη μείνεις εκεί. Ζήσε τη χαρά να ανέβεις ξανά μαζί με άλλους. Έτσι μόνο θα διαπιστώσεις πως το ίδιο μήνυμα δεν έχει ποτέ κάθε φορά την ίδια αξία!

Αν οι Θεοί ξεχνιόντουσαν για μια στιγμή και φώτιζαν την αθέατη πλευρά του φεγγαριού, δε θα το είχαν κάνει χωρίς λόγο, χωρίς μια υπόσχεση…


«Κείμενο για το Ψυχοσάββατο»

Τούτο δω το βροχερό μονοπάτι πήρε σήμερα το πρωί η ταξιδιάρα ψυχή μου.
Και κίνησε μαζί της και το λασπερό κορμί μου για να τη συναντήσει. Μάταια όμως.
Τούτη η προπόνηση στο βουνό, δεν ήταν σαν τις άλλες.
Να ξέρεις, εγώ τη βροχή δεν τη βλέπω. Την ακούω. Την αισθάνομαι.
Την ακούω να κροταλίζει πάνω στον τσίγκο της ψυχής μου. Την αισθάνομαι να ξαλμυρίζει το δάκρυ μου προτού αυτό κυλήσει καταγής.
Εκεί όπου μεριάζει για μια στιγμή το τώρα, για να χωρέσει τις πατημασιές από το χθες. Τα ίχνη μιας ζωής που ζήσαμε με όσους αγαπήσαμε και έφυγαν, μα δεν ξεχάστηκαν ποτέ.
Αυτή η προπόνηση στο βουνό, δεν ήταν σαν όλες τις άλλες.
Τεντώθηκε η ψυχή μου για να ακούσει τα ανείπωτα. Στάθηκε στις μύτες των ποδιών της για να φθάσει τα άφθαστα. Βρέθηκε για λίγο, πιο κει από το πέρα βρέχει και τα εφήμερά του.
Ψυχοσάββατο σήμερα.
Να αγαπάτε, να θυμάστε, να ζείτε. 



«Ανέκδοτο απόσπασμα»

Σαν μακαρίζεις την ασθμαίνουσα αφηγηματική μου τεχνική, καλλιτέχνη με ψέλλισες και συγγραφέα και δημιουργό σπουδαίων και τρανών πονημάτων.
Μα λάθεψες. Λάθεψες, με τη ματιά σου που θάλλει πέρα από τα όρια του συνειδητού και ορίζει έναν κόσμο αισθητικής ανάτασης, μύχια υπαινικτικό αλλά και ονειρώδη.
Γιατί δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας αχθοφόρος. Ένας κοινός και αποκαμωμένος αχθοφόρος των αισθήσεων που αποταμιεύει οδύνη μέσα στις ανείπωτες αποσκευές του μυαλού του. Και που ζητά με την πρώτη ευκαιρία, δολίως, να μοιραστεί το φορτίο του μαζί σου. Να ξαλαφρώσει αποκαθηλωμένος και σε έκσταση πάνω στο στασίδι του χρόνου, εκεί που η σχέση μνήμης και πραγματικότητας τον κατέστησε εγκόσμιο παρατηρητή, απόκοσμο αναχωρητή και κουβαλητή εμπειριών.
Ένας ταραξίας είμαι, ένας εικονοποιός διασαλευτής της κανονικότητας των παραισθήσεων σου τις οποίες ούτε καν γνωρίζεις.
Και σαν έρθει η στιγμή που ο χρόνος θα γίνει το μόνο ανταλλακτικό μέσο του κόσμου τούτου και οι διωγμοί των χαρισματικών ανθρώπων θα βρούν αιτία στο προφανές.
Καθώς σε στάση ικεσίας θα κηρύττω κάθε μορφή αυτοδιάθεσης και ελευθερίας, ισόχρονος πια με τα γεγονότα αλλά όχι ισόπαλος, τότε ναι. Μπορείς να με μεμφθείς δικαίως για το χάρισμα που με βαρύνει.


«Ανέκδοτο απόσπασμα»

Με χαρά και προσμονή μεγάλη ατενίζω την αυλαία από το δικό μου περιθώριο. Απολαμβάνω τη δική μου περιθώριο-ποίηση με έμμετρο λόγο και υβριστικά στιχάκια. Την απαγγέλω κάθε φορά που θέλω με τον αντίλαλό της να γεμίσω το κενό που μας χωρίζει. Την τραγουδώ. Καλό είναι το κενό. Απαραίτητο. Διατηρεί τις αποστάσεις και συντηρεί ζωντανή την αίσθηση μιας αόριστης, αόρατης και ενίοτε ύποπτης πληρότητας. Με ενώνει, μυστικιστικά, σχεδόν ερωτικά, με την κεντρική σκηνή των ονείρων μου.

Εκεί όπου ένα τέλειο, ανομολόγητο έγκλημα με φυγαδεύει κάθε φορά χωρίς ίχνη. Χωρίς πειστήρια ότι πάτησα το σανίδι της. Σχεδόν ενοχικά, πάντα βεβιασμένα, με εξαναγκάζει σε συντεταγμένη αποχώρηση από ότι με κρατά ζωντανό. Με ωθεί συντετριμμένο πίσω, στο μικρό περιθώριό μου με τη μεγάλη οπτική γωνία. Εκεί από όπου ξεκάθαρα μπορώ να αφουγκράζομαι το σισύφειον άγος μου να πλανάται στο κενό, να πάλλεται ανάμεσα σε βλαστήμιες και προσευχές, επιζητώντας κάθαρση και εξαγνισμό.

Μια αλλιώτικη παράσταση που έμεινε στην πρόβα. Παράσταση για έναν ρόλο. Με μοναδικό θεατή το Μέγα Θιασάρχη και τις αλλόκοτες ντιρεκτίβες του. Κριτή και υποκινητή κάθε πράξης. Διακριτικό υποβολέα και από μηχανής λυτρωτή.

Καλό είναι το κενό. Και άλλο τόσο καλό το περιθώρειο. Όσο ακόμα το θεωρείο γεμίζει με την παρουσία Του, η σκηνή δε θα είναι ποτέ τόσο μακριά όσο φαντάζει.


«Ο γυμνοσάλιαγκας -Ανέκδοτο απόσπασμα»

"Με βρήκε πάλι ο καιρός να περιδιαβαίνω μόνος στο κατώφλι του χρόνου. Σα τον γυμνοσάλιαγκα μετά την καταιγίδα. Να σούρνομαι καταγής στα ηλιόλουστα σοκάκια στις γειτονιές που μεγάλωσα και δεν ξεχνώ.
Να γδέρνω τη χορτασμένη από τις υποσχέσεις κοιλιά μου στα τσιμέντα και τα χώματα ερειπωμένων αυλών και έρημων δρόμων. Και να σαλιώνω αδιάκοπα και γοερά, αργά, σχεδόν βασανιστικά, κάθε πιθαμή που κάποτε έσφυζε από ζωή και χρώμα.
Βεντουζώνω κατάχαμα το αυτί μου, σαν τον ιχνηλάτη ινδιάνο στις ράγες του τρένου, για να ακούσω, έστω και αμυδρά, τις θύμησες εκείνες που έρχονται από μακριά και έντυναν κάποτε κάθε προσμονή ανταμώματος με κείνους του τόπους.
Γκρινιάρηδες γέροντες, περήφανοι γονείς, φωνακλάδες πιτσιρικάδες να περιδιαβαίνουν ασταμάτητα ανάμεσα σε ασβεστωμένα σκαλοπάτια, μερακλίδικους κήπους και ανθισμένες αυλές πολύχρωμων αρχοντικών. Τραγούδια και χαρές που ανακατεύονται με την κάπνα των μαγειριών και την μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού. Κάλαντα και ψαλμωδίες, βραχνιασμένα ραδιοφωνάκια, αδέσποτα γαβγίσματα, χαριτωμένα πρωϊνά τιτιβίσματα και κουδουνάκια πάνω από τις πόρτες που χτυπάνε αδιάκοπα. Φώτα, φωτάκια, μικρές και μεγάλες λάμπες εντός και εκτός των τειχών. Βροντόφωνες καλημέρες, κοινότυπα κουτσομπολιά, κουρασμένες καληνύχτες.
Τώρα σιωπή. Και γκρίζο παντού. Μόνο ο καυτός ήλιος απόμεινε να ζεσταίνει τη γύμνια μου καθώς με τα χρόνια που πέρασαν απογυμνώθηκαν και αυτές ακόμα οι προσμονές για κάτι νέο.
Γκρεμισμένοι μαντρότοιχοι, μισοδιαλυμένες εξώπορτες, σκουριασμένα κάγκελα και σαπισμένοι από την υγρασία φράκτες. Σπασμένα παράθυρα, κήποι και αυλές παρατημένες να συλλέγουν αχόρταγα τους σάπιους καρπούς όσων δέντρων στέκουν ολόρθα , σαν από πείσμα, στο πετρωμένο χώμα τους.
Ένα παράξενο θανατικό έχει απλωθεί εκεί όπου κάποτε η ζωή σφυροκοπούσε τις αισθήσεις.
Ερείμωσαν οι γειτονιές και οι δρόμοι. Κατάπιε ο χρόνος χωριά ολάκερα και τα ξέρασε μετά χωνεμένα στο ίδιο μέρος να βρωμοκοπάνε μούχλα και σαπίλα. Μέχρι και τα πουλιά δεν άντεξαν και σωπάσαν. Βαρέθηκαν και εκείνα να θρηνούν την πρόοδο και την ανάπτυξη που δεν ήρθε ποτέ.
Αχ, εγώ ο μικρός γυμνοσάλιαγκας, να ‘χα φωνή να φωνάξω. Γιατί μωρέ; Τι σας έκανε πια ο τόπος τούτος και τον ρημάξατε έτσι; Να χα τη δύναμη να πάψω να σέρνομαι και να σηκωθώ ολόρθος για να στήσω ξανά πέτρα πέτρα, στιγμή με στιγμή, κάθε ένα ρημάδι που με πληγώνει. Να ντυθώ τις πανοπλίες μου και να πάρω στο κατόπι όλους εκείνους τους αγύρτες που ευθύνονται για το κατάντημα τούτο. Που θρέψανε γενεές ολόκληρες με ψέμματα και φρούδες ελπίδες πως τάχα ο κόσμος προοδεύει και προχωρά. Και τελικά φέρανε τον μαρασμό και την αποξένωση. Την φτώχεια, τη δυστυχία και τον πόνο. Την εγκατάλειψη και τον παραλογισμό.
Αχ… εμένα τον μικρό γυμνοσάλιαγκα. Με βρήκε πάλι ο καιρός να περιδιαβαίνω μόνος στο κατώφλι του χρόνου. Καθώς αποσβαίνω αργά, σχεδόν βασανιστικά, υπό το φως του ηλιάτορά μου, το λαμπερό μου σπλαχνικό αποτύπωμα στο ιερό Του χώμα".